Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Το Σινικό Τείχος


Είναι ένα σύνολο κινεζικών στρατιωτικών οχυρώσεων το οποίο (σύνολο)  κατασκευάστηκε, καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές και σε πολλά μέρη, μεταξύ των 3ου αιώνα π.Χ. και του 17ου αιώνα, για να περιχαρακώσει και να υπερασπιστεί τα βόρεια σύνορα της Κίνας από τις επιδρομές των νομαδικών φυλών, που προέρχονταν από περιοχές οι οποίες σήμερα ανήκουν στη Μογγολία και τη Μαντζουρία.
Είναι το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που κατασκευάστηκε ποτέ από τον άνθρωπο, τόσο σε μήκος, όσο και σε επιφάνεια και σε μάζα.

Από το 1987, το Σινικό Τείχος της Κίνας έχει ανακηρυχτεί Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς από την UNESCO, με τον αριθμό 438.
Αναφέρεται ως "Μεγάλο Τείχος" μέρος του οποίου χτίστηκε κατά τη διάρκεια της δυναστείας Μινγκ Το μήκος του τείχους διαφέρει ανάλογα με τις πηγές. Σύμφωνα με μια έκθεση το 1990, το συνολικό μήκος των τειχών θα είναι 6 700 χιλιόμετρα. Λόγω του μήκους του, το Σινικό Τείχος στα κινέζικα καλείται «μακρύ τείχος των δέκα χιλιάδων li » ( 万里长城, wan Lǐ Changcheng ), η Li είναι μια παλιά κινεζική μονάδα μήκους και το δέκα χιλιάδες li συμβολίζει το άπειρο για τους Κινέζους.

Το Σινικό Τείχος έχει, σε πολλά σημεία του, 5 έως 17 μ. ύψος, και 5 έως 7 μ. πλάτος. Τον Απρίλιο του 2009, η κινέζικη Κρατική Υπηρεσία Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η οποία χρησιμοποίησε την πιο σύγχρονη τεχνολογία μέτρησης, απεφάνθη ότι έχει 8.851,8 χιλιόμετρα μήκος εκ των οποίων τα 6. 259,7 χιλιόμετρα είναι τείχος, τα 359,7 χιλιόμετρα τάφροι και τα 2.232,5 χιλιόμετρα φυσικών εμποδίων όπως βουνά και ποτάμια.

Δορυφορικές μελέτες έχουν δείξει ότι πολλά τμήματα, συνολικού μήκους περίπου 1000 χιλιομέτρων, είναι σήμερα θαμμένα.


Ιστορία

Αν και με τον όρο "Σινικό Τείχος" αναφερόμαστε σήμερα κυρίως για τις οχυρώσεις που κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια της δυναστείας Μινγκ, όμως πολλά τμήματα του τείχους που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια προηγούμενων δυναστειών, φέρουν αυτόν τον όρο, τα σύνορα της Κίνας εξελίσσονταν με την πάροδο του χρόνου.

Παραδοσιακά, διαιρούμε την ιστορία της κατασκευής του Σινικού Τείχους σε δύο μέρη:

* 1ο. Πριν από την ενοποίηση της δυναστείας Qin (221 π.Χ..) κατά την περίοδο "Άνοιξη και Φθινόπωρο" (ιστορική περίοδος στην ιστορία της Κίνας) και την περίοδο "Αντιμαχόμενα Βασίλεια" (άλλη ιστορική περίοδος), όταν τα διάφορα κράτη και βασίλεια που διαιρούσαν την Κίνα, κατασκεύαζαν τείχη με τα οποία διαχώριζαν την επικράτειά τους και διασφάλιζαν τα σύνορά τους.
* 2ο. Ξεκινώντας από την ενοποίηση της δυναστείας Qin, όταν ο αυτοκράτορας Shi Huangdi άρχισε να οικοδομεί ένα μεγάλο τοίχο το "δέκα χιλιάδες μίλια σε μήκος" στα βόρεια σύνορα.


Υλικά κατασκευής

Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του τείχους ήταν τα εκάστοτε διαθέσιμα στην κάθε περιοχή. Κοντά στο Πεκίνο το τείχος κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο. Σε άλλες θέσεις το διαθέσιμο οικοδομικό υλικό ήταν εξορυγμένος γρανίτης ή πυρότουβλο. Όπου βρίσκονταν τέτοια υλικά, αρχικά χτίζονταν δύο παράλληλοι τοίχοι και ο ενδιάμεσος χώρος γέμιζε με αδρανή υλικά. Σε ορισμένες περιοχές τα υλικά κατασκευής συγκολλούνταν με ένα κολλώδες μείγμα ρυζιού και ασπραδιού αυγών. Στις ακραίες δυτικές θέσεις, σε περιοχές γεμάτες ερήμους και ανεπαρκή οικοδομικά υλικά, ο τοίχος κατασκευαζόταν από απορρίμματα που τοποθετούνταν ανάμεσα σε κομμάτια ξύλου.


                                                
Το Σινικό τείχος από το διάστημα
Το τείχος από το διάστημα.

Υπάρχει μια από μακρού υφιστάμενη διαφωνία σχετικά με το πόσο ορατό είναι το τείχος από το διάστημα.

Το 1938 ο Χαλιμπάρτον Ρίτσαρντ στο "δεύτερο βιβλίο των θαυμάτων" έγραψε ότι το τείχος είναι το μόνο ανθρώπινο κατασκεύασμα που είναι ορατό από τη Σελήνη. Αυτός ο μύθος έχει διαδοθεί ευρέως, και έχει γίνει ένας από τους γνωστότερους αστικούς μύθους, ενώ μερικές φορές έχει γραφτεί ακόμα και σε σχολικά εγχειρίδια. Στην πραγματικότητα απλά το τείχος είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γίνει ορατό με γυμνό οφθαλμό από τόσο μεγάλη απόσταση.

Ωστόσο, από τη χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη, χίλιες φορές πιο κοντά στη Γη από ό,τι στη Σελήνη, το Τείχος μπορεί να είναι ορατό μόνο όμως υπό ευνοϊκές συνθήκες. Άλλωστε, το πλάτος του είναι μόνο λίγα μέτρα, είναι δηλαδή πιο στενό από τους αυτοκινητόδρομους και επιπλέον έχει σχεδόν το ίδιο χρώμα με το έδαφος που το περιβάλλει.
     
Badaling
Τουρισμός

Το Σινικό Τείχος είναι ένα από τα κύρια αξιοθέατα της χώρας.
Οι θέσεις οι πιο πολυσύχναστες για να περάσεις είναι: Badaling, Mutianyu, Simatai, Juyongguan, Xifengkou, Jiayuguan και Shanhaiguan.

Πάπυρος καταγραφής της Ιστορίας της Κίνας


source1
source2


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Simone De Beauvoir

Είναι άδικο να θυμόμαστε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ ως σύντροφο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Δεν υπήρξε απλώς η γυναίκα στο πλευρό ενός διάσημου άνδρα. Είναι άδικο γιατί ­ αν μη τι άλλο ­ συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που βελτίωσαν τη θέση της γυναίκας στη δυτική κοινωνία. Ετσι, ακόμη και αν τα κείμενά της φαίνονται σήμερα υπερβολικά, ακόμη και αν ο φεμινισμός αντιμετωπίζεται πλέον καχύποπτα, ακόμη και αν δεν ζήσαμε τη μετάβαση σε μια προοδευτική κοινωνία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον ρόλο της. Σε αυτή και σε κάποιες άλλες «σουφραζέτες» του 20ού αιώνα χρωστούν οι γυναίκες του 21ου την ελευθερία να μιλούν δημόσια για το σώμα τους, για τις ερωτικές τους περιπέτειες, για την επιλογή τους να συζούν αντί να παντρεύονται. Της χρωστάμε επίσης το καλό παράδειγμα του διανοουμένου που επεμβαίνει με εύστοχα σχόλια στην πολιτική ζωή (ρόλος που στις ημέρες μας έχει εκλείψει...). Τέλος, μπορούμε να της αναγνωρίσουμε κάποιες καλές λογοτεχνικές σελίδες σε κείμενα με αυτοβιογραφικά στοιχεία και φιλοσοφική τοποθέτηση. Ισως δεν πρόκειται για πεζογραφικά αριστουργήματα. Ισως τα θεατρικά έργα της έχρηζαν βελτιώσεων. Η Ντε Μπωβουάρ όμως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπικότητα, ως διανοούμενη που έδινε το "παρών" σε κάθε περίσταση (η στάση της, π.χ., στον γαλλοαλγερινό πόλεμο ήταν υποδειγματική). «Η καλεσμένη» (1943) υπήρξε το βιβλίο που την έκανε γνωστή στο αναγνωστικό κοινό, μαζί με τα αυτοβιογραφικά έργα «Οι αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης» (1958), «La force de l' age» (1960) και «La force de choses» (1963). Δημοφιλέστερος τίτλος της όμως πρέπει να θεωρηθεί «Το δεύτερο φύλο» (1949), ένα δοκίμιο για τη θέση της γυναίκας στο μεταπολεμικό κόσμο.

Γεννημένη το 1908 στην πολύ κεντρική λεωφόρο Ρασπάιγ των Παρισίων, οφείλει το «ντε» του ονόματός της στον ευγενή πατέρα της. Ο κύριος Ντε Μπωβουάρ υπήρξε δικηγόρος που θα προτιμούσε να αφήσει τα δικαστικά μέγαρα για να εργαστεί στο θέατρο. Η μητέρα της, από την άλλη, ήταν ένθερμη καθολική μεγαλοαστικής καταγωγής. Η μικρή Σιμόν χρειάστηκε να ενηλικιωθεί για να αναθεωρήσει τις θρησκευτικές απόψεις της και να αναδεχθεί τον αθεϊσμό. Από την αδελφή της, Πουπέτ, κατά δύο χρόνια μικρότερη, διδάχθηκε τη συντροφικότητα. Παρέμειναν φίλες για μια ζωή. Ως «καθώς πρέπει κόρη», η Σιμόν ντε Μπωβουάρ υπήρξε υποδειγματική φοιτήτρια της Σορβόννης. Οι σπουδές Φιλοσοφίας μπορούν να νοηθούν φυσική απόληξη της αστικής κουλτούρας της εποχής. Στα πανεπιστημιακά έδρανα έμελλε να γνωρίσει και τον άνδρα που θα γινόταν ο σύντροφος της ζωής της. Με το πέρας των σπουδών της αποφάσισε, για την οικονομική της αυτονομία, να γίνει καθηγήτρια στο σχολείο. Ετσι, η αίθουσα της διδασκαλίας παρέμεινε επί σειρά ετών ο φυσικός της χώρος. Οταν ταξίδεψε στο Βερολίνο για να συνεχίσει τις σπουδές της, συνδέθηκε με μια νεαρή γυναίκα, την Ολγα, με την οποία σύναψε σχέση και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Η ιστορία τού τρίο καταγράφηκε επίσης σε βιβλίο: κάθε σταθμός της ζωής της έχει καταχωρηθεί στα ιδιότυπα λογοτεχνικά κείμενά της. Η πείρα ως πρώτη ύλη και φιλοσοφική προσέγγιση ως εργαλείο είναι οι κοινοί τόποι στο έργο της. Εντούτοις, δεν υπάρχει αυταρέσκεια στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. (Αλλωστε οι σημαντικότερες σελίδες της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας είχαν αυτόν τον χαρακτήρα).
Σε ηλικία 41 ετών η Ντε Μπωβουάρ είχε μιλήσει αρκετά για τον εαυτό της, έχοντας συμπληρώσει τέσσερις αυτοβιογραφικούς τόμους, και προχώρησε στη συγγραφή του «Δεύτερου φύλου». Την ταραγμένη, «επαναστατική» δεκαετία του 1960 η Σιμόν ντε Μπωβουάρ υπήρξε πρωθιέρεια της ανατροπής· είχε δε εγκαταστήσει το ιερό της στο περίφημο καφέ Les Deux Magots, τόπο ζυμώσεων, αγορεύσεων, αντιθέσεων. Εμεινε στο πλευρό του Ζαν-Πωλ Σαρτρ ως το τέλος της ζωής του, το 1980. Τον ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Ενα ζευγάρι-θρύλος. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι άδικο αλλά ταυτόχρονα αυτονόητο να θυμόμαστε την Ντε Μπωβουάρ ως σύντροφό του. Η μνήμη και εκείνου άλλωστε είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δική της.