Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mémoires. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mémoires. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Parthenon by Costa-Gavras




Χωρίς περικοπές

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Από τη μάνα το μωρό...


Από τη μάνα το μωρό,
από τη γης βγαίνει λουλούδι,
απ΄το πηγάδι το νερό,
κι απ΄την αγάπη το τραγούδι.

Μα το τραγούδι όσο γλυκό
όσο χαρούμενο κι ά βγαίνει,
έχει ένα μάγιο μυστικό:
η γλύκα του να σε πικραίνει.

Αργύρης Εφταλιώτης



                Ιερή μνήμη
Ήθελα, πριν μες τ΄άπειρο σιωπήσω,
στο αιώνιο φως δυο στίχων να σε κλείσω΄
κι όταν οι αιώνες που έρχονται αλλοιούν
και μηδενίζουν τα όσα βλέπεις μπρος σου,
φύλακες μπρος τον ήλιο ν΄αγρυπνούν
και με υψωμένες λόγχες να φρουρούν
δυο στίχοι μου τον τάφο το δικό σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος


Σάββατο 19 Ιουλίου 2008

Τα Καλοκαίρια της Αθωότητας





Τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, έρχονται συχνά στο νου, ασχέτως αν δεν ήταν ευχάριστα πάντα.

Τα οικογενειακά: ένα τσούρμο ανθρώπων, μαζί με ξαδέρφια, θείες, θείους κατέληγαν σε ολοήμερη παραθαλάσσια εκδρομή κάτω από ένα δέντρο, αν θυμάμαι καλά, μια χαρουπιά. Δίπλα στο κύμα, σε μια απέραντη, χρυσαφένια, αμμουδιά, που τα παιδικά μας πατουσάκια δεν άντεχαν την καυτή της ανάσα.
Με όλα μας τα συμπράγκαλα προσγειωνόμασταν κυριολεκτικά, στην παραλία. Εκεί αρχίζαμε το παιγνίδι. Κολύμπι, βουτιές, τρέξιμο στην άμμο, μπάλα και βέβαια, βαρκάδα.





Παραδίπλα υπήρχε ένα μικρό ποτάμι, στο δέλτα που σχημάτιζε, όταν έφτανε στη θάλασσα, ήταν πολύ ριχά. Μπαίναμε να δροσιστούμε μετά από το παιγνίδι. Τα νερά σ΄ εκείνο το σημείο ήταν παγωμένα και γλυφά. Εκεί κρύωνε το νερό μας και το τεράστιο καρπούζι, το οποίο είχαμε φέρει μαζί και που περιμέναμε να το φάμε με μεγάλη ανυπομονησία.





Σ΄αυτό το ποτάμι κάναμε βαρκάδα. Στη μικρή βάρκα μπαίναμε δυο, συνήθως. Ο αδελφός μου με έπαιρνε για παρέα και για αντίβαρο στο πίσω μέρος της βάρκας. Έτσι θα μπορούσε να είναι αυτός ελεύθερος, όρθιος μπροστά, να καμακώνει τα ψάρια.

Σε πολλά σημεία το ποτάμι στένευε και τραβούσαμε τα κλαδιά των ευκαλύπτων ή τη βλάστηση για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε.





Κωπηλατούσε ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση από βούρλα και άλλα χόρτα και όταν έβλεπε κάτι στο βυθό, πεταγόταν όρθιος και προσπαθούσε να ισορροπήσει για να καρφώσει το καμάκι του.
Σ΄ αυτή τη φάση εγώ βρισκόμουν γαντζωμένη από τα πλαϊνά της βάρκας, η βάρκα σχεδόν κάθετα με τη μούρη στο νερό και εγώ έτοιμη να "αποβαρκαρωθώ". Ούρλιαζα δυνατά από το φόβο μου; ή το ουρλιαχτό μου έμενε βουβό; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι ότι φοβόμουν πολύ!
Η όλη διαδικασία δεν κρατούσε πολύ και το καρυδότσουφλο που είχαμε για βάρκα τελικά δεν μας αναποδογύριζε.



Σαν αντίβαρο δεν μετρούσα και πολύ! 30 κιλά άνθρωπος τι να σου κάνει. Ο αδερφός μου, απορροφημένος στο καμάκι του, δεν είχε συνείδηση του κινδύνου.
Αυτός ο εφιάλτης-βαρκάδα δεν κράταγε ευτυχώς πολύ, η δε ψαριά μας ήταν πάντα λιγοστή. Επιστρέφαμε όμως θριαμβευτές κοντά στους άλλους και έδειχνα με περιφάνεια την ψαριά μας, αλλά μούγκα για το φόβο! Δεν μαρτυρούσα τίποτε. Δεν θα με ξανάπαιρνε στις ποταμίσιες περιπέτειές του.




Κάθε φορά ορκιζόμουν ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που πήγαινα μαζί του για ψάρεμα και κάθε φορά ξεχνούσα τους όρκους μου.
Η περιπέτεια πάνω απ΄ όλα...







Photos: http://www.flickr.com/
www.dpgr.gr

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Άσπρα, μαύρα, κόκκινα μούρα

έντομο


χέρι


κλαδίΤα πρώτα μούρα στις μαύρες μουριές – στις άσπρες ακόμα αργούσαν – ήταν το σύνθημα ότι σε λίγο τα σχολεία τελειώνουν, για φέτος, για τα μικρά, για μας τους μεγάλους για πάντα…Για πάντα… ή για να προετοιμαστούμε ψυχολογικά για «το μεγάλο σχολείο», που ήταν το Γυμνάσιο και που ήταν μακριά, πολύ μακριά από τη γειτονιά μας και που θα έπρεπε να περπατάμε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουμε.
Έλεγα λοιπόν για τα μούρα, αυτά τα κοκκινόμαυρα με την ξινούτσικη γεύση, που κάθε φορά που τα σκέφτομαι το στόμα μου γεμίζει σάλιο.

Σκαρφαλώναμε απάνω στις πιο μεγάλες και τρώγαμε τα μελωμένα μούρα με τις ώρες. Καμιά φορά πιάναμε, κατά λάθος, καμιά βρωμούσα και τότε εγκαταλείπαμε το ...«φαγοπότι» και τρέχαμε να πλυθούμε, να απαλλαγούμε από τη βρώμα, αφήνοντας τα υπόλοιπα μούρα στα σπουργίτια και στ΄ άλλα πετούμενα. Θα ξαναρχόμασταν την επόμενη, αν δεν διαλέγαμε τα βερίκοκα, τα κορόμηλα ή τα κεράσια. Ανάλογα, ποια είχαν ωριμάσει περισσότερο.


η βρωμούσα



Η Νίνα μας ακολουθούσε παντού, πάντα ξινισμένη και πάντα με το ζόρι. Ποτέ και με τίποτε δεν έκανε ό,τι κάναμε εμείς τα υπόλοιπα παιδιά… Αυτό το κορίτσι ήταν « γριά από γεννησιμιού της ». Σοβαρή, σκυθρωπή και λιγομίλητη. Νομίζω δεν είχε καμιά σχέση με μας τα υπόλοιπα, απλώς μας ανεχόταν και την ανεχόμασταν, όπως ανέχεται κανείς ένα κουσούρι, που το έχει από πάντα. Δεν το θέλει μα το αγαπά ταυτόχρονα.


πουλί



Καθόταν στην άκρη όταν παίζαμε ποδόσφαιρο ή κάτω από τα δέντρα, που εμείς σκαρφαλώναμε και κάθε τόσο μας παρακαλούσε να φύγουμε. Και πού να πάμε; Πουθενά! Αρκεί να φεύγαμε απ΄ αυτό που κάναμε. Να σκαρφαλώσει μαζί με μας στις μουριές, στις καρυδιές, στις αμυγδαλιές ούτε συζήτηση. Τους καρπούς, που της προσφέραμε γυρνώντας από τη συγκομιδή, με δυσκολία τους τιμούσε. Τη σέρναμε μαζί μας έτσι για να υπάρχει κοντά μας κι ας ήταν βαρίδι στην παρέα.

Ένα πλάσμα εσωστρεφές που εμείς τότε, ούτε και το πολυψάχναμε. Ο ένας ήταν έτσι, κι ο άλλος διαφορετικός. Αυτό ήταν όλο. Εξάλλου δεν είχαμε την πολυτέλεια της επιλογής. Ήμασταν δεν ήμασταν καμιά δεκαριά όλα κι όλα και αν βάλλεις και τις τιμωρίες και τις καθημερινές «απώλειες», που είχαμε από τους γονιούς μας – πάντα κάποια αγγαρεία έβγαινε όταν ήταν να μαζευτούμε για παιγνίδι - τελικά μια χούφτα πιτσιρίκια να ζούμε στους ρυθμούς μιας μικρής κοινωνίας και μακριά από τα προβλήματα των μεγάλων.

Αυτό το καλοκαίρι που θα ακολουθούσε και που «εμείς τα μεγάλα θάπρεπε να σοβαρευτούμε», η Νίνα...


μαυρα μουρα




Photos: www.flickr.com/